Η λέξη craft στα αγγλικά σημαίνει κυρίως χειροτεχνία, τέχνη (με την έννοια της δεξιότητας) ή κατασκευή.

Αναφέρεται σε δραστηριότητες ή αντικείμενα που απαιτούν ικανότητα, δεξιότητα ή ειδική τεχνική και δημιουργούνται με το χέρι (π.χ. κεραμικά, κοσμήματα). Επίσης, μπορεί να σημαίνει επάγγελμα/τεχνική.
Βασικές σημασίες & Παραδείγματα:
Χειροτεχνία / Τέχνη: Arts and crafts (τέχνες και χειροτεχνίες).
Δεξιότητα / Τεχνική: The craft of watchmaking (η τέχνη της ωρολογοποιίας).
Ως ρήμα: Σημαίνει δημιουργώ ή κατασκευάζω κάτι με επιδεξιότητα (crafting).
Κύριες σημασίες:
Χειροτεχνίες / Κατασκευές: Έργα που γίνονται με τα χέρια (π.χ. πλέξιμο, κεραμική).
Τέχνες (Applied Arts): Εφαρμοσμένες τέχνες.
Arts and crafts: Τέχνες και επαγγέλματα / Χειροτεχνίες.
